by Αλέξανδρος Καψοκαβάδης

Μοιραστείτε

by Αλέξανδρος Καψοκαβάδης

Μοιραστείτε

Σταχυολογώντας τα πιο ενδιαφέροντα αποσπάσματα της συζήτησης του ερευνητή του δημοτικού τραγουδιού, Παντελή Μπουκάλα, με τη Μαρίνα Παπαχριστοδούλου, στην Κινηματογραφική Λέσχη Βριλησσίων 'Cine Δράση'(Απρίλιος, 2023)

Η Αντρονίκη είναι από τα τελευταία γνήσια δημοτικά τραγούδια που πλάστηκαν στις αρχές του 20ού αιώνα, όπως μαρτυρούν οι πηγές. Το πραγματικό γεγονός στο οποίο παραπέμπει, συνέβη στην Πάτρα, όπου μια κοπέλα ντύθηκε τα «ευρωπαϊκά», πήγε στο καφενέ ζήτησε καφέ και —σε άλλες παραλλαγές— και ναργιλέ. Το να βγει μόνη, χωρίς τη συνοδεία αρσενικού μέλους της οικογένειας της, ήταν ατόπημα. Και μπορεί εμείς να συνηθίζουμε να υποθέτουμε ότι μόνο στις ισλαμικές κοινωνίες μια γυναίκα χρειάζεται τη συνοδεία αντρός, ωστόσο και στις χριστιανικές κοινωνίες, μέχρι πριν κάποια χρόνια, (σε ορισμένες περιοχές ακόμα και σήμερα), η γυναίκα δεν μπορεί να βγει μόνη χωρίς να κινδυνεύει να χαρακτηριστεί…

[…]

Το τραγούδι φτιάχτηκε εκεί, στην Πάτρα. Αλλά τα δημοτικά τραγούδια έχουν ένα γνώρισμα· δεν παγώνουν στον χρόνο. Επειδή δεν έχουν ιδιοκτήτη, ταξιδεύουν και όσο ταξιδεύουν αλλάζουν, προσαρμόζονται. Μπορεί να έγινε στην Πάτρα, αλλά έφυγε από εκεί και έφτασε στην Ανατολική Ρωμυλία και σε όλα τα μέρη που μιλιέται η ελληνική γλώσσα και τα ιδιώματα της. Η ιστορία έμεινε βασικά η ίδια. Ο αδελφός σκοτώνει την αδελφή επειδή ντρόπιασε την οικογένεια τους, το σόι ολόκληρο. Μπορεί να αλλάζει το όπλο με το οποίο γίνεται ο φόνος, μένει σταθερή, όμως, αυτή η απίστευτης ομορφιάς εικόνα του στίχου: Όταν την επερνούσαν από τον καφενέ / Εσπάσαν τα ποτήρια που πίνασι καφέ. Δεν γνωρίζω πολλούς επώνυμους, προσωπικούς ποιητές που δεν θα έδιναν όλα τους τα ποιήματα για να αγοράσουν αυτό το δίστιχο, ο Σολωμός θα το έκανε πάντως. Εγώ θα έδινα όλα μου τα βιβλία· ό,τι είχα και δεν είχα. Θέλω να πω ότι είναι απίστευτης ομορφιάς εικόνες που συγκινούν όταν τις ακούς. Μένει σταθερό το όνομα του Βαγγέλη. Ενώ, αντίστοιχα, το όνομα της δολοφονημένης αδελφής ξεκινάει από Αντρονίκη για να γίνει Ευφροσύνη, Φεβρωνία, οτιδήποτε…

Στο [βιβλίο] Το Αίμα της Αγάπης (Εκδόσεις Άγρα, 2017) έχω καταγράψει όλες αυτές τις παραλλαγές. Ο Βαγγέλης είναι Βαγγέλης παντού. Γιατί ο αδελφός είναι ρόλος και το όνομα του ρόλου μένει σταθερό. Είναι ο Ιάγος; Ιάγος θα μείνει παντού. Ενώ Αντρονίκη είναι όλες οι γυναίκες, όλα τα γυναικεία ονόματα! Οι δημοτικοί τραγουδιστές που δεν είναι μορφωμένοι, δεν έχουν διαβάσει ούτε Σαίξπηρ ούτε αρχαιοελληνική τραγωδία, κρατάνε σταθερό το όνομα του Βαγγέλη. Βαγγέλης είναι και στην κυπριακή εκδοχή, τη σκυριανή, την ηπειρώτικη· παντού είναι ο ίδιος ο Βαγγέλης. Το όνομα της γυναίκας αλλάζει, γιατί […] όλες οι γυναίκες φονεύονται, όλες είναι «αξιοφόνευτες».

[…]

Το τραγούδι Μενούσης είναι αυτό με τις περισσότερες παραλλαγές από σχεδόν οποιοδήποτε άλλο δημοτικό. Αγαπημένο τραγούδι, παρότι έχει φονικό περιεχόμενο. Και μάλιστα υπάρχει φόνος εκ ζηλοτυπίας, χωρίς να υπάρχει «ανομία»· απιστία, δηλαδή, εκ μέρους της γυναίκας… Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έχουμε κάτι χειροπιαστό. Απλά, [η ερώτηση του Μενούση στον Μεχμέτ αγά]: Σαν την είδες, σαν την ξέρεις, πες μας τι φορά, φανερώνει ότι… ήταν έγκλημα, τότε, να δει κάποιος το μεσοφόρι. Μιλάμε για εποχές —υπάρχουν χαρακτηριστικά τραγούδια— που, όταν φαίνεται ο αστράγαλος της γυναίκας στο ποτάμι που έχει πάει να πλύνει ή στη θάλασσα που έχει κατέβει, αστράφτει και σταματάει ένα ολόκληρο καράβι μαγνητισμένο από την ομορφιά του αστραγάλου! Τα τραγούδια αυτά να σκεφτούμε από ποιους γράφτηκαν και γιατί, ενδεχομένως, γράφτηκαν…

Ο Μενούσης, ο Μπιρμπίλης κι ο Μεχμέτ αγάς
Σε κρασοπουλειό πηγαίναν για να φάν᾽ να πιουν

᾽Κεί που τρώγαν, ᾽κεί που πίναν, ᾽κεί που γλένταγαν
Κάποιος έφερε κουβέντα για τις όμορφες

Όμορφη γυναίκα πού ‘χεις, βρε Μενούσ’ αγά
Που την είδες, που την ξέρεις και τη μολογάς;

Ψες την είδα στο πηγάδι, πού ‘παιρνε νερό
Και της δίνω το μαντίλι και μου τό ‘πλυνε

Σαν την είδες, σαν την ξέρεις, πες μας τι φορεί
Άσπρο φερετζέ φορούσε, κόκκινη ποδιά

Ο Μενούσης, μεθυσμένος, πάει την έσφαξε
Το πρωί, ξεμεθυσμένος, μοιρολόγαγε:

Ξύπνα πάπια, ξύπνα χήνα, ξύπνα πέρδικα
Ξύπνα, βάλε τα καλά σου κι έμπα στο χορό

Να σε δουν τα παλικάρια, να μαραίνονται
Να σε δω κι εγώ ο καημένος να σε χαίρομαι

Είναι τεκμηριωμένο ότι —όπως είπε και ο Στίλπων Κυριακίδης, ένας από τους ισχυρότερους και παραγωγικότατους λαογράφους και μελετητές του δημοτικού τραγουδιού και του λαϊκού πολιτισμού γενικότερα— το δημοτικό τραγούδι είναι το «βασίλειο τῆς γυναικός». Εγώ θα προτιμούσα «η δημοκρατία της γυναίκας», αλλά αυτά είναι προσωπικοί καημοί. Τι θέλει να μας πει (και το λέει με όμορφα λόγια) ο Κυριακίδης; Ότι τα περισσότερα δημοτικά τραγούδια είναι δημιουργήματα των γυναικών· των γυναικείων ομάδων ή ομίλων και όχι των αντρών. Θα το καταλάβουμε αν σκεφτούμε ότι κανένας άντρας δεν θα κάτσει να γράψει νανούρισμα για το παιδί του. Το πολύ-πολύ να του βάλει, στην εποχή μας, το νανούρισμα στο μαγνητόφωνο ή στο κινητό. Άρα, τα νανουρίσματα ή τα ταχταρίσματα —άλλη μια μεγάλη κατηγορία— είναι γυναικεία δημιουργήματα. Αν και, στον Βιζυηνό, έχουμε την περίπτωση δημιουργίας μοιρολογιού από άντρα Ρομά. Άλλο ένα παράδειγμα που αποδεικνύει το σπουδαίο ρόλο των Ελλήνων Τσιγγάνων στη δημιουργία και τη διάδοση του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού. Εκεί, είναι άντρας που φτιάχνει το μοιρολόι, μετά από παραγγελία της χήρας, η οποία κρατάει τον Τσιγγάνο σπίτι της —ένα παράσπιτο μάλλον— για να της φτιάξει το μοιρολόι και να τον πληρώσει στο τέλος. Και στη διάρκεια των δύο εβδομάδων ή όσο χρειαστεί, τον σιτίζει κιόλας και, τελικά, τον κρατάει μια εβδομάδα ακόμα, μέχρι να μάθει να το λέει η ίδια καλά. Τα μοιρολόγια είναι κυρίως δημιουργήματα των γυναικών γιατί αυτές είναι που θα κλάψουν. Οι άντρες —και αυτό υπάρχει από παλιά— δεν πρέπει να κλαίνε· ένα θέμα που έχει απασχολήσει και την αρχαία τραγωδία. Τα τραγούδια της ξενιτιάς είναι επίσης δημιουργήματα των γυναικών, γιατί αυτές μένουν πίσω και πρέπει να συνεχίσουν να δρουν. Ξέρουμε ότι, σε πολλές περιπτώσεις, παντρεύοντας σε πολύ μικρή ηλικία· δεν λογοδίνονταν απλώς. Έφευγαν, λοιπόν, ταξίδι για να καζαντίσουν οι σύζυγοι και, όταν γυρίσουν… Αν γυρίσουν, γιατί καμιά φορά τους μάγευε μια μάγισσα ή μια Φράγκισσα, ανάλογα με το πού είχαν ξενιτευτεί, στην Ανατολή ή τη Δύση.

[…]

Πότε τα έφτιαχναν οι γυναίκες αυτά τα τραγούδια; Στα νυχτέρια, χειμωνιάτικα ή καλοκαιρινά, όπου μαζεύονταν στο σπίτι της μιας ή της άλλης για να φτιάξουν τα προικιά. Γιατί τα κορίτσια έπρεπε να προικίζονται. Σε αυτά τα νυχτέρια λέγονταν ποιήματα, αινίγματα, έπιναν κανένα λικέρ παραπάνω, ελευθερώνονταν τα στόματα… Δίνονταν κάποιες πληροφορίες για το τι συνέβη στον παραπάνω μαχαλά, στο διπλανό χωριό, κάποιο δράμα, ένα φονικό και νάτην η πρώτη ύλη για το τραγούδι που έπλαθαν… Η ετοιμασία ενός τραγουδιού μπορούσε να κρατήσει και ένα και δύο χρόνια… Ήταν η ομάδα που τα ετοίμαζε. Δεν είχαν ιδιοκτήτη. Ήταν τραγούδια «ακτημόνων». Ακτήμονες ποιητές, σήμερα, δεν υπάρχουν. Υπάρχουν, όμως, κάποια μέρη… Και λέγεται ότι, αν συνεχίσει να δημιουργείται δημοτικό τραγούδι, αυτό θα γίνεται στην Κρήτη ή την Κάρπαθο, κυρίως με τη μορφή της μαντινάδας. Εκεί, πράγματι φτιάχνονται μαντινάδες εξαιρετικού επιπέδου, ακόμα και σήμερα· δύο στις πενήντα, δύο στις εκατό, δεν έχει σημασία. Υπάρχει, όμως, μια βασική διαφορά· ότι οι φίλοι μας οι Κρητικοί τσακώνονται για το «τίνος είναι η μαντινάδα». Συνεπώς, έχει αλλάξει ο χαρακτήρας της σχέσης του δημιουργού με το δημιούργημα του. Αν ήταν δημοτικοί τραγουδιστές δεν θα ενδιαφέρονταν για την ιδιοκτησία του.

Αλλά γιατί δημιουργήθηκαν αυτά τα τραγούδια που αφορούν ακραία περιστατικά· μια αδελφοκτονία στην Αντρονίκη ή μια γυναικοκτονία από το τίποτα στον Μενούση; Σκέφτομαι ότι τα τραγούδια είναι αθέλητες μαρτυρίες. Στη δημοτική ποίηση δεν υπάρχει εσκεμμένος χαρακτήρας. Δεν θα φτιάξει ένα ποίημα η ανθρώπινη ομάδα, ο όμιλος, για να το παραδώσει στην αθανασία ή στην επόμενη γενιά. Δεν το σκέφτεται έτσι. Θα πρέπει να θυμόμαστε ότι η πρώτη που σκέφτηκε ότι θα την διαβάζουν και αργότερα ήταν η Σαπφώ. Μέχρι τότε, οι προηγούμενοι ποιητές δεν ενδιαφέρονταν για το μέλλον, δεν περνούσε από το μυαλό τους η αθανασία. Η ποίηση είχε παροδικό μόνο χαρακτήρα. Έτσι και το δημοτικό τραγούδι ή ποίημα ήταν παροδικό. Δεν πρόσμενε, δεν ήξερε, άρα δεν στόχευε στο να τραγουδηθεί αύριο μεθαύριο. Αν συνέβαινε αυτό, θα συνέβαινε, αλλά «εμείς δεν θα είμαστε εκεί», σκέφτονταν. Συνεπώς, οι μαρτυρίες αυτές παραμένουν ισχυρότατες. Χωρίς αυτές δεν θα ξέραμε πολλά για την νοοτροπία των παππούδων και των γιαγιάδων μας. Γιατί με τα τραγούδια δεν μαθαίνουμε κάποια κομμάτια της ιστορίας μας, αλλά για τις νοοτροπίες· τον τρόπο, δηλαδή, που οι πρόγονοί μας αντιμετώπιζαν τα μείζονα γεγονότα της ζωής: τον θάνατο, τον έρωτα, την ξενιτιά, την απιστία. Αυτά είναι τα βασικά. Πώς τα αντιμετώπιζαν;

Αυτό που έχω δει, από τα ακούσματα και τα διαβάσματα μου, και με αφοπλίζει γενικά, είναι ότι τέτοιο ελεύθερο πνεύμα σπάνια θα βρεις πέρα από τα δημοτικά τραγούδια! Το νόημα τους είναι ελεύθερο και δεν εννοώ μόνο τα κλέφτικα ή τα τραγούδια της ελευθερίας. Παρεμπιπτόντως, δεν υπάρχει κλέφτικο τραγούδι που να αναφέρει τις λέξεις «ελευθερία» ή «πατρίδα». Το ίδιο ελεύθερο πνεύμα συναντάμε και στη νοοτροπία των προγόνων μας στα μεγάλα γεγονότα και τον έρωτα με μέλη άλλων θρησκειών ή άλλων φυλών. Εδώ είναι ένας ολόκληρος τομέας, όπου η ελευθερία του πνεύματος με την οποία αντιμετωπίζονται τα θέματα είναι εξαιρετική. Θέλω να πω ότι το δημοτικό τραγούδι παρακολουθεί όσα συμβαίνουν στη ζωή, δίχως να θέλει να δώσει ηθικά διδάγματα. Αν, καμιά φορά, βρούμε σε κάποιο δημοτικό, στο τέλος, ένα δίστιχο που μοιάζει με ηθικό δίδαγμα (όπως μάθαμε να γράφουμε στις σχολικές εκθέσεις) πρέπει να υπολογίζουμε ότι αποτελεί προσθήκη από κάποιον «λόγιο». Δεν δίνει ηθικά διδάγματα το δημοτικό τραγούδι. Δεν θα πει «πολεμήστε για την ελευθερία». Απλά θα αφηγηθεί το βιογραφικό ενός κλέφτη ή ενός καπετάνιου που σκοτώθηκε για την ελευθερία. Ή την ιστορία μιας Ελληνοπούλας που θα σκοτωθεί για την πατρίδα. Αυτό το παράδειγμα υπάρχει από μόνο του. Θέλετε να το ακολουθήσετε; Αν όχι, υπάρχουν και άλλοι δρόμοι. Η ζωή έχει ποικιλία. αυτή την ποικιλία δεν την αρνείται, δεν την λογοκρίνει, δεν την αποσιωπά το δημοτικό τραγούδι. Αν η Ελληνοπούλα αγαπήσει Φράγκο ή ο Έλληνας Φραγκοπούλα, αγάπησαν. Εμείς θα δούμε προς τα που θα οδεύσει η σχέση, αν θα ευοδωθεί ή θα εμποδιστεί, αν θα υπάρξει θάνατος… Η Ελληνοπούλα λέει: Κάλλιο να δω το αίμα μου τη γης να κοκκινίσει / παρά να δω τα χείλι μου Τούρκος να τα φιλήσει ή Φράγκος να τα φιλήσει. Σε άλλα τραγούδια, όμως, λέει στη μάνα της: Θέλω να πάω στα Γιάννενα να γίνω Βοϊβοδίνα… και «αυτά που μου λες εσύ, ότι είμαι Ελληνίδα, η δική μου αντοχή, αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή —εμένα τη Σταυρούλα ή την Παναγιώτα— δεν με αφορούν». Υπάρχουν χιλιάδες Σταυρούλες και χιλιάδες Παναγιώτες, άρα υπάρχουν χιλιάδες συμπεριφορές.

Αυτή τη λεβεντιά του δημοτικού τραγουδιού να παραδέχεται κάτι που δεν συμβαδίζει με αυτό που θα θέλαμε να γίνεται πρέπει να τη ζηλεύουμε και να της υποκλινόμαστε. Δεν λογοκρίνει τίποτα. Ό,τι συμβαίνει πρέπει να το πει. Και αυτό ισχύει και για τις αγριότερες εκδοχές που δυσκολευόμαστε ακόμα και να τις κουβεντιάσουμε· δηλαδή, ακόμα και την παιδοκτονία από την ίδια τη μάνα, όπως στο τραγούδι Της μάνας φόνισσας […] Είναι ένα τραγούδι που ξεπερνάει τις αντοχές και του ίδιου του λαϊκού τραγουδιστή, γι’ αυτό και προσπαθεί να μετριάσει την τερατωδία.

Ο Ανδρόνικος εκίνησε να πάει ᾽λαφοκυνήγι
Εκίνησε κι ο Κωσταντής στο δάσκαλο να πάει
Το καλαμάρι αστόχησε, γυρίζει να το πάρει
Βρίσκει την πόρταν ανοιχτή, την πόρταν ανοιγμένη
Βρίσκει τη μάνα του αγκαλιά με ξένο παλικάρι

-Ας είναι, ας είναι, μάνα μου, κι αν δε σ’ ομολογήσω,
Κι αν δεν το πω τ’ αφέντη μου, ν’ αδικοθανατίσω
-Τι είδες, μωρέ, και τι θα πεις και τι θα ‘μολογήσεις;
-Καλό είδα ᾽γω, καλό θα ειπώ, καλό θα ᾽μολογήσω
Κακό είδα ᾽γω, κακό θα ειπώ, κακό θα ᾽μολογήσω

Και με το μόσκο το πλανά και με τα λεφτοκάρυα
Και στο κελάρι τό ᾽μπασε και σαν τ’ αρνί το σφάζει
Σα μακελάρης φυσικός τού βγάζει το συκώτι
Σ’ εννιά νερά το ξέπλυνε και ξεπλυμούς δεν είχε
Και πάλε το ξανάπλυνε και πάλιν αίμα στάζει
Και στο τηγάνι τό ᾽βαλε για να το τηγανίσει

Και να σου κι ο Ανδρόνικος, στους κάμπους καβαλάρης
Βροντομαχούν τα ρούχα του και λάμπουν τ’ άρματά του
Φέρνει τα ᾽λάφια ζωντανά, τ’ αγρίμια μερωμένα
Φέρνει κι ένα ᾽λαφόπουλο, του Κωσταντή παιχνίδι
Κοντοκρατεί τον μαύρο του και τήνε χαιρετάει

-Γειά σου, χαρά σου, ποθητή, και πού ᾽ναι ο Κωσταντής μας;
-Τον έλουσα, τον άλλαξα και στο σκολειό τον πήγα

Φτερνιά δίνει τ’ αλόγου του και στο σκολειό πηγαίνει
-Δάσκαλε, που είναι ο Κωσταντής και που είναι το παιδί μου;
-Δυό μέρες έχω να το ιδώ και τρεις να το διαβάσω

Φτερνιά δίνει τ’ αλόγου του και σπίτι του πηγαίνει
-Γυναίκα, πού ᾽ναι ο Κωσταντής και πού ᾽ναι το παιδί μας;
-Στης πεθεράς μου τό ᾽στειλα κι όπου κι αν είναι θά ᾽ρθει

Φτερνιά δίνει τ’ αλόγου του, στη μάνα του πηγαίνει
-Μάνα μου, πού ᾽ναι ο Κωσταντής και πού ᾽ναι το παιδί μου;
-Έχω δυό μέρες να το ιδώ και τρεις να το φιλήσω
Κι αν δεν το ιδώ ώς το βραδύ θε να παραλοΐσω

Φτερνιά δίνει τ’ αλόγου του και σπίτι του πηγαίνει
-Σκύλα, και πού ’ν’ ο Κωσταντής, ο μικροκωσταντίνος;
-Κάπου παιχνίδιν έβρηκε και θε να παιχνιδίζει
-Γυναίκα, βάλε μου φαΐ, να φάω να γεματίσω
Να πάρω δίπλα τα βουνά, δίπλα τα καταράχια
Να πάω να βρω τον Κωσταντή, το φύτρο της καρδιάς μου

Το συκωτάκι τού ᾽βαλε σ’ ένα ασημένιο πιάτο
Πρώτη μπουκιάν οπού ’βαλε, το συκωτάκι πήρε
Το συκωτάκι μίλησε, το συκωτάκι λέει:
«Αν είσαι σκύλος φάε με κι οβριός απέταξέ με

Κι αν είσαι κι ο πατέρας μου, σκύψε και φίλησέ με»

Και τη μπουκιά του απέλυσε, τρογύρω του κοιτάει
Εβούρκωσε η καρδούλα του, εμαύρισε το φως του
Τα δάκρυα τρέξαν ποταμός κι εκόντεψε να πέσει
Μα ν᾽ αντρειώθει και έσυρε το δαμασκί σπαθί του
Και στο λαιμό της τό ᾽βαλε, της κόβει το κεφάλι

Λιανά λιανά την έκοψε, στον ήλιο την απλώνει
Κι από τον ήλιο στο σακί κι απ’ το σακί στο μύλο
Κι ο μύλος εξεράλεθε κι η φτερωτή ετραγούδα:
«Άλεθε, μύλο μου, άλεθε κακής κούρβας κεφάλι
Κάνε τ’αλεύρια κόκκινα και την πασπάλη μαύρη
Για νά ᾽ρχουνται οι γραμματικοί να παίρνουν για μελάνι
Για νά ᾽ρχουνται κι οι όμορφες να παίρνουν κοκκινάδι»

Σχετικές καταχωρήσεις

  • Καραγεωργίου, Τ. (2007). Πλανόδιον, τ. 42 Ἂν θέλαμε νὰ ἀνιχνεύσουμε τὴ γυναικεία παρουσία ἀπὸ τὶς ἀπαρχὲς τῆς ἱστορίας τῆς νέας ἑλληνικῆς λογοτεχνίας μέχρι καὶ τὸν 19ο αἰώνα καὶ νὰ ἀποδώσουμε δικαιοσύνη στὴ «γυναικεία ποιητικὴ δημιουργία» —καταχρηστικὰ […]