by Αλέξανδρος Καψοκαβάδης

Μοιραστείτε

by Αλέξανδρος Καψοκαβάδης

Μοιραστείτε

Του Κορνήλιου Διαμαντόπουλου

Μια χρονική στιγμή χιλιάδων χρόνων, λίγο πριν από τον Όμηρο, λίγο μετά την προπατορική πελασγική μήτρα, αρχίζουν τα θαύματα και μεταμορφώνονται οι Προελληνίδες σε Ελληνίδες, οι ομαδικές συναρθρώσεις σε προσωπικές συνθέσεις, οι Μούσες σε μουσικές, προαρχαϊκές όψεις σε αρχαίες απόψεις, η προϊστορία σε ιστορία…

Εκ του ασφαλούς επιβεβαιώνουμε την προφανή κοινοτοπία: ναι, η γυναίκα συναντά τη μουσική (ή αντιστρόφως) κάπου στα βάθη των αιώνων. Πότε ακριβώς; Όταν εμφανίστηκαν τα πρώτα τέσσερα «όργανα»; Συνιστούν μουσική οι κρότοι των χεριών, τα χτυπήματα των ποδιών στο χώμα, τα κάθε είδους έναρθρα και άναρθρα φωνητικά, οι κρούσεις ξύλων και πυριτόλιθων; Οι μιμήσεις των ζώων είναι δημιουργία; Άγνωστο…

Υπάρχουν ενδείξεις και αντικείμενα από την 6η προχριστιανική χιλιετία (Σουμέριοι) έως την παλαιολιθική περίοδο. Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες χρησιμοποιούν αυλούς τουλάχιστον από την 3η χιλιετία. Στη Σλοβενία, στο Μουσείο της Λιουμπλιάνας, υπάρχει ένας «νεαντερτάλιος» αυλός ηλικίας 45000 ετών! Έχει τέσσερις τρύπες, είναι κατασκευασμένος από κόκκαλο αρκούδας, άρα μάλλον είναι έργο γυναικείας χειροτεχνίας. Ως γνωστόν, οι αρσενικοί προπαππούδες μας κυρίως κυνηγούσαν και αλληλοσκοτώνονταν. Επομένως, «μουσική και γυναίκα» όχι απλώς στα βάθη, αλλά στα κατάβαθα των αιώνων! Οι πρώτες μουσικές αναγκαιότητες: επικοινωνία και τελετουργία. Κάπως έτσι πρέπει να ήταν και στον ελλαδικό χώρο. Από τότε, δηλαδή, υπάρχει το σύγχρονο αίτημα: όχι διασκέδαση (άτακτος διασκορπισμός, κατακερματισμός, απομάκρυνση από τα προβλήματα), αλλά ψυχαγωγία (αγωγή της ψυχής, τέρπειν ἅμα καὶ διδάσκειν).

Οι Αθηναίοι του Χρυσού Αιώνα ονόμαζαν μουσική το σύνολο των πνευματικών και των διανοητικών επιδόσεων και όχι μόνο την τέχνη των οργανωμένων ήχων. Κάτι ανάλογο δεν κάνουν και οι σύγχρονοι «αρχαίοι» σε Αφρική, Ωκεανία, Πολυνησία, Αμαζόνιο κ.α., όταν έχουν μουσικές, χορευτικές, θεατρικές, εικαστικές και πλαστικές δραστηριότητες, αλλά, παράλληλα αγνοούν παντελώς την έννοια της τέχνης; Τους παρατηρούμε και μαντεύουμε —ορθολογικώς— ολίγα περί της προϊστορικής πατρίδας μας.

Υπάρχει και ο Μύθος. Κατά την ελληνική κοσμολογία του Ζ.Π. Βερνάν: «Από τη στιγμή που οι θεοί δημιούργησαν τη γυναίκα, οι άνθρωποι δεν είναι πλέον αυτοφυείς, γεννιούνται από γυναίκες». Συχνά οι μύθοι είναι επιστήμες σε αλληγορική αφαιρετική διατύπωση… Μύθοι και επιστήμες συμπλέουν και συμφωνούν στα πρόσωπα των Μουσών. Πρώτα ήταν οι αρχαϊκές Ελικωνιάδες× τρείς κατά τον Ηγησίνοα (Μελέτη, Μνήμη, Αοιδή), τέσσερις κατά τον Κικέρονα (Θελξινόη, Αοιδή, Αρχή, Μελέτη). Αργότερα, η Μνημοσύνη (κατ’ άλλους η Αρμονία) γέννησε τις περίφημες εννέα μούσες, βλασταίνοντας το θείο σπέρμα του Νεφεληγερέτη Δία. Κατά τον Ησίοδο, ήταν η Καλλιόπη, η σεβάσμια προστάτιδα της επικής ποίησης, η Κλειώ της ιστορίας, η Πολύμνια της μιμικής, η Ευτέρπη της αυλητικής, η Τερψιχόρη της χορικής ποίησης και του χορού, η Ερατώ της λυρικής ποίησης, η Μελπομένη της τραγωδίας, η Θάλεια της κωμωδίας και η Ουρανία της αστρονομίας.

Η καταγωγή τους, από την Πιερία. Καθοδηγητής τους ο Μουσηγέτης Απόλλων, έπαιζε τη φόρμιγγα συνοδεύοντάς τες έτσι όπως συνέθεταν ύμνους και χορούς «εἰς δόξαν Διός», γύρω από τον βωμό του καθισμένες. Έκαναν συχνές επισκέψεις στον Παρνασσό, αλλά η κατοικία τους ήταν στον Ελικώνα. Εκεί βρισκόταν το μέγα «τέμενος της ποίησης και της αρμονίας» και κάποιος μεγαλοπρεπής ναός, ερείπια του οποίου βρέθηκαν το 1888× αλλά οι ανασκαφές δεν προχώρησαν.

Τις αποκαλούσαν Θεσπιάδες, Πιερίδες, Αονίδες, Παρνασσίδες, Ιπποκρηνίδες, Ελικωνίδες, Ελικώνιες ή Ελικωνιάδες. Έπιναν νερό από τη μαγική πηγή Αγανίππη. Όποιος το έπινε γινόταν αμέσως ποιητής! Πιερίδες ονόμαζαν και τις ανταγωνίστριες των Μουσών, τις εννέα θυγατέρες του βασιλιά της Πιερίας, Πιέρου. Οι εννέα φαντασμένες πριγκιποπούλες προκάλεσαν τις εννέα Μούσες σε μουσικό αγώνα! Τραγούδησαν και έγινε σκοτάδι! Τραγούδησαν οι Μούσες και ξαναγύρισαν το φως και η λιακάδα! Οι Θεοί μεταμόρφωσαν τις Πιερίδες σε πουλιά! Η Φύση γιόρταζε τη νίκη και ο Ελικώνας από τον ενθουσιασμό του άρχισε να ψηλώνει. Τότε ο Πήγασος, με μια δυνατή κλωτσιά, τον επανέφερε στο πρέπον ύψος του. Το λάκτισμα άνοιξε πληγή στο ιερό βουνό× την π(λ)ηγή Ιπποκρήνη που χάριζε μέγα καλλιτεχνικό τάλαντο σε όποιον έπινε. Υπάρχει ακόμη! Σήμερα τη λένε, απλώς, Κρύο Πηγάδι. Άραγε συνεχίζει να χαρίζει τάλαντο στους ατάλαντους; Τι κι αν συνεχίζει; Πόσο νερό να βγάλει μια πηγούλα; Σήμερα χρειαζόμαστε εκτροπή του Αχελώου…

Ας επιστρέψουμε στους αρχαίους ημών για να υμνήσουμε την επινοητικότητά τους. Η λέξη «μουσική» έχει ετυμολογική ρίζα στο μάω = επινοώ, ζητώ διανοητικώς (Πλάτων, Κρατύλος 406), ο δε μύθος σχετίζεται με τη λέξη, τον λόγο, το έπος. Οι πρόγονοί μας σχεδόν μουσουργούν, όταν επινοούν τις μουσικές θεότητές τους. Είναι ποιητές, όταν ακούν το τραγούδισμα των γάργαρων νερών και νομίζουν πως είναι οι μελωδικοί ψίθυροι των Νυμφών: Κρηνηίδες, Υδριάδες, Ναϊάδες, Νυσιάδες. Ήταν νέες, συχνά παρθένες, όμορφές, αλλά όχι αθάνατες. Κατά τον Ησίοδο ζούσαν πάρα πολλά χρόνια. Αγαθοποιές κόρες του Δία, βοσκοπούλες έτοιμες να παρασταθούν σε ασθενείς και κυνηγούς, ήσαν προσωποποιήσεις της Φύσης. Για χάρη τους μπουμπούκιαζαν τα λούλουδα και μεθούσε ο κορυδαλλός από το ίδιο το τραγούδι του! Έπαιζαν σε Σιληνούς και Σάτυρους. Ζευγάρωναν και με θνητούς! Προστάτευαν τη συζυγική παστάδα, αλλά τιμωρούσαν τους ψυχρούς εραστές! Λατρεύονταν σε σπήλαια στην Πάρνηθα, στη Φυλή (Λυχνοσπηλιά), στην Ιθάκη (το ομηρικό άντρον), στη Βάρη (το γνωστότερο) και στις όχθες του Αχελώου. Να την πάλι η εκτροπή που λέγαμε…

Δυναμικότερη «σκηνική παρουσία» είχαν οι καλλίκομες μαινάδες που φρόντιζαν τον Διόνυσο «συνοργιάζουσαι αυτῷ». Βάκχες ή Ληνές, ιερατικές ή μυθολογικές, ήταν όλες στεφανωμένες σε κισσό. Κρατούσαν άλλες φίδια και άλλες θύρσο (κλαδί ή καλάμι στολισμένο με φύλλα κισσού, έμβλημα διονυσιακό). Κάποτε φορούσαν στεφάνια από αμπελόφυλλα και κάποτε δέρματα θηρίων. Ο ήχος τους ήταν τα τύμπανα, τα κρόταλα, το ζωηρό τραγούδι. Ζούσαν σε βουνοκορφές, σε δάση ή στην πεδιάδα της Νύσης, τη γενέτειρα του Διονύσου. Στην ίδια λατρεία, πρωτεύοντα ρόλο είχαν οι Θυάδες(Θυίαι, Θυιάδες, Θυστάδες). Κάθε δυο χρόνια στον Παρνασσό, κάθε τρία στον Κιθαιρώνα, έψαλλαν, χόρευαν και έκανα όργια· δηλαδή, μυστηριακές πράξεις και ιερές τελετουργίες. Όργια όχι απαραιτήτως με τη σημερινή έννοια του όρου. Τραγουδούσαν έτσι οι μυθικές Ελληνίδες τη φύση και τον Διόνυσο, τραγουδούσαν και οι πραγματικές (με σάρκα και οστά) στους τρεις προϊστορικούς ελληνικούς πολιτισμούς. Στον κυκλαδικό βλέπουμε ειδώλια με άρπες, διαύλους και κιθαροειδή. Στον μινωικό, λύρες, κρουστά, διαύλους και σείστρα. Στον μυκηναϊκό, κυρίως διαύλους και λύρες χάλκινες ή ελεφαντόδετες (σχέσεις με τη φαραωνική Αίγυπτο) με χορδές έως και οκτώ! Θα συναντήσουμε ακόμη ποικιλία οργάνων μεσοποταμιακής προέλευσης. Δεκάδες τα ονόματα των «μουσικομυθικών» (;) πλασμάτων. Οι μαινάδες Ευδία, Μακαρία, Ευθυμία, Ευδαιμονία. Η Θυία, η πρώτη ιέρεια του Διονύσου στους Δελφούς, και η Μέθη, τακτικό —και αναπόφευκτο— μέλος της ίδιας κουστωδίας. Η Στησιχόρη, ίσως, ήταν μόνο ένα άλλο όνομα για τη μούσα Τερψιχόρη.

Η Σάλπιγξ Αθηνά ήταν η προστάτης του Άργους και η Ίυγξ, η κόρη της Ηχούς, ήταν αφοσιωμένη υπηρέτρια της Ιούς. Ας πούμε την ιστορία της: Όταν η Ήρα πληροφορήθηκε τις σχέσεις του (ακούραστου και ακόρεστου) Δία μαζί της, τη μεταμόρφωσε στο πουλί σουσουράδα· το αγαπημένο της Αφροδίτης. Ορισμένες παραδόσεις θέλουν εφευρέτιδα της σύριγγας, αντίθετα από τον γνωστό μύθο που αναφέρεται στη νύμφη Σύριγγα και στην παραφυσική μεταμόρφωσή της σε καλάμι, λίγο πριν δεχθεί τη στανική βαρβατίλα του τραγοπόδαρου Πάνα. Τι εποχές…

Σημαντικότατη μουσική θεότητα ήταν η Ηχώ· μια πεντάμορφη νύμφη των ορέων. Ίσως και των ωραίων. Οι Μούσες τη δίδαξαν αυλό και τραγούδι. Η επιδεξιότητά της θύμωνε τον σεσημασμένο… Πάνα (ήταν απίστευτα ζηλόφθων καλλιτέχνης ο τύπος και όχι σαν σήμερα που όλοι αλλάζουν με όλους φιλάκια ειλικρινέστατα…). Η τέχνη της τον εξόργιζε τόσο ώστε να πείσει κάποιους βοσκούς να την κομματιάσουν για να σκορπίσουν τα μέλη της σε λαγκάδια και φαράγγια. Η Γαία μάζεψε τα κομμάτια και τα έθαψε σε διάφορα σημεία, εκεί όπου τα έβρισκε κάθε φορά. Ωστόσο, τα απομεινάρια του διαμελισμένου σώματος είχαν και αυτά τις ιδιότητες της Ηχούς. Έτσι, ακόμη και σήμερα, όταν ακούν έναν ήχο τον επαναλαμβάνουν αμέσως. Ασθενικά, αλλά με απόλυτη ακρίβεια. Εδώ βλέπουμε μια πρώτη διατύπωση της σύγχρονης ιδέας ενός γενετικού υλικού με το μικρότερο κομματάκι του σώματος να εμπεριέχει πληροφορίες και ιδιότητες της ολότητας. Άλλος μύθος θέλει την Ηχώ ερωμένη του τραγοπόδαρου και μητέρα της ομηρικής Ιάμβης (η Βαυβώ των Ορφικών), άλλος τη θεωρεί αδικοσφαγμένη από το αδιέξοδο πάθος του Πάνα, άλλος καταδεικνύει την Ήρα ως δράστη. Ο Δίας, λέει, έκανε το «ανδρικό» του με τις Νύμφες, ενώ η Ηχώ σκοπίμως μιλούσε ακατάπαυστα στην Ήρα για να της αποσπά την προσοχή. Όταν η μεγάλη θεά εννόησε την πλεκτάνη, τιμώρησε τη συνένοχο υποβιβάζοντάς την σε ένα  αόρατο θλιβερό φερέφωνο, ανίκανο να μιλήσει πρώτο, ανίκανο να σιωπήσει όταν του μιλούν και ικανό μόνο να επαναλαμβάνει ότι του λένε. Κατά τον 5ο π.Χ. αιώνα, η Ηχώ εμφανίζεται ως θεατρικό πρόσωπο σε έργα του Ευριπίδη (Ανδρομέδα) και του Αριστοφάνη (Θεσμοφοριάζουσες). Είναι και το περίφημο ρομάντζο της με τον Νάρκισσο. Εκείνος δεν είχε μάτια παρά για τον εαυτό του! Τον ερωτεύτηκε και μαράζωσε. Διδακτική ιστορία! 

Θα τελειώσουμε με τη Μνημοσύνη, τη μητέρα των Μουσών και κόρη της Γαίας και του Ουρανού. Την εξύμνησαν ως ηδυτάτη, βαθυπλόκαμο, φιλάγρυπνο, «ὑπομείνουσά  τε πάντα καὶ λιπαράμπυκα»· δηλαδή, με λαμπρό διάδημα. Τα αγάλματα της, τοποθετημένα τιμητικά δίπλα στο άγαλμα του Δία, γνώριζαν θυσίες αναίμακτες από τους λατρευτές των Μουσών, του Ερμή και του Απόλλωνα. Υπήρχε μια ξακουστή πηγή στο όνομά της, στη Βοιωτία, στο ιερό του Τροφωνίου. Όσοι πήγαιναν στο μαντείο έπιναν το νεράκι της για να θυμούνται καλά όσα θα άκουγαν. Δίπλα ήταν η πηγή της Λήθης για χρήση προφανώς αντίθετη. Πριν γίνεις νέος άνθρωπος ξεχνούσες ποιος ήταν ο παλιός. Μάλλον αυτήν είχε στον νου του ο Γκάτσος όταν έγραφε: Ψηλό μου κυπαρίσσι ποτάμι δροσερό / Στης λησμονιάς τη βρύση δεν χόρτασα νερό… Κοιτάζοντας και ακούγοντας γύρω μας, μπορούμε να συνεχίσουμε το τετράστιχο για μια Μνημοσύνη που ξέρω δεν θα γυρίσει μα θα την καρτερώ.

Σχετικές καταχωρήσεις

  • Της Έφης Αγραφιώτη Ηχεί παράξενα, αλλά στην εποχή των μεγάλων αγώνων του 1821, στη Ζάκυνθο μεγάλωνε η πρώτη συνθέτρια του τόπου μας, η μαθήτρια του Νικολάου Μάντζαρου, η Σωσσάνη Νεράντζη, μετέπειτα Κλάδου, που έζησε μέχρι […]

  • της Dr Diana Touliatos-Miles Αν και οι περισσότεροι μελουργοί του Μεσαίωνα ήταν άνδρες, δεν ήταν ανήκουστο ούτε ασυνήθιστο να υπάρχουν και γυναίκες συνθέτριες την ίδια εποχή, στη Δύση ή στο Βυζάντιο. Στην πραγματικότητα, η ύπαρξη Ελληνίδων συνθετριών […]

  • του Πέτρου Ταμπούρη   Η μουσικοχορευτική παιδεία τους αναπτυσσόταν και μέσα στο πλαίσιο των θρησκευτικών καθηκόντων τους. Φυσικά, οι γυναίκες δεν ακολουθούσαν δημόσια καριέρα. Τα μόνα επαγγέλματα που μπορούσαν να εξασκήσουν -εκτός από την πορνεία- […]