by Αλέξανδρος Καψοκαβάδης

Μοιραστείτε

by Αλέξανδρος Καψοκαβάδης

Μοιραστείτε

Καραγεωργίου, Τ. (2007). Πλανόδιον, τ. 42

Ἂν θέλαμε νὰ ἀνιχνεύσουμε τὴ γυναικεία παρουσία ἀπὸ τὶς ἀπαρχὲς τῆς ἱστορίας τῆς νέας ἑλληνικῆς λογοτεχνίας μέχρι καὶ τὸν 19ο αἰώνα καὶ νὰ ἀποδώσουμε δικαιοσύνη στὴ «γυναικεία ποιητικὴ δημιουργία» —καταχρηστικὰ χρησιμοποιῶ τὸν ὄρο χωρὶς ἀσφαλῶς νὰ παραπέμπω σὲ κάποιο ἀνύπαρκτο ἄλλωστε εἶδος λογοτεχνικῆς παραγωγῆς— θὰ μπορούσαμε, νομίζω, ἀντὶ νὰ καταφύγουμε σὲ φεμινιστικὲς λαθροχειρίες νὰ ἀνατρέξουμε στὸν χῶρο τῆς προφορικῆς παράδοσης καὶ μάλιστα στὸ δημοτικὸ τραγούδι.

Ἐδῶ τὰ πράγματα ἔχουν κατακτήσει μιὰν ἰδανικὴ ἰσοτιμία, ἡ ὁποία ἐξ ὄσων γνωρίζω δὲν ἔχει, ὅπως θὰ τῆς ἄξιζε, ἐπισημανθεῖ καὶ ἂς πρόκειται γιὰ μιὰν ἀλήθεια αὐτονόητη – περιφρονημένη ὅμως σήμερα, ὅπως σχεδὸν ὅλα τὰ αὐτονόητα πράγματα. Πόσοι ἄραγε σκέφτηκαν νὰ ἀποδώσουν τὴν ὀφειλόμενη δικαιοσύνη ὑπογραμμίζοντας ὅτι γυναῖκες ἀσφαλῶς θὰ δημιούργησαν τὰ περισσότερα νυφιάτικα τραγούδια, τὰ ἔξοχα παινέματα τοῦ γαμπροῦ και τῆς νύφης, τὰ πλεῖστα λιανοτράγουδα, τὰ σπαρακτικὰ μοιρολόγια, ἕνα σωρὸ τραγούδια τῆς ἀγάπης, τὰ νανούρισματα, τὰ ταχταρίσματα; Ἀκόμα καὶ τὰ ὑπέροχα έκεῖνα τραγούδια τῆς ξενιτειάς ποὺ τὴ δημιουργία τους ἀποδίδουμε συνήθως ἀποκλειστικὰ στοὺς ξενιτεμένους, εἶναι συχνὰ τραγούδια ποὺ ἐγγράφουν τὸν βαθὺ πόνο τῶν γυναικῶν ποὺ μένουν πίσω καὶ ἄλλοτε ἐκλιπαροῦν γιὰ τὸ ἀδύνατο (Ἄργησε φοῦρνε νὰ καῇς κι ἐσὺ ψωμὶ να γένῃς / γιὰ να περάσῃ ὁ κερατζὴς κι ὁ γιὸς του ν᾽ ἀπομείνῃ) καὶ ἄλλοτε ἀποτυπώνουν τὸ ἐρωτικὸ παράπονο τῆς ἀπαρνημένης γυναίκας, κάποτε κατὰ τρόπο ὁμόλογο τοῦ σαπφικοῦ ἐγὼ δὲ μόνα κατεύδω (τὰ χιόνια τά ᾽λιωσε ἡ βροχὴ κι ἐγὼ κοιμᾶμαι μοναχή).

Καθῶς γράφονται οἱ γραμμὲς αὐτὲς ἀκούω ἥδη τὶε ἐνστάσεις αὐτῶν ποὺ σκέπτονται ὅτι ὅλα αὐτὰ ἀνήκουν σὲ ἕνα περιφρονητέο λαϊκὸ φολκλόρ, ὅτι παραπέμπουν σὲ βουκολικὰ τοπία, ὅτι μυρίζουν ὕπαιθρο καὶ ὅτι, τέλος πάντων, «μὲ ἄλλα ἀσχολούμεθα ἠμεῖς οἱ ἄνθρωποι τῶν γραμμάτων».

Κι ὅμως σ᾽ αὐτὲς τὶς δημιουργίες θὰ μποροῦσε μὲ στοργὴ καὶ συγκίνηση νὰ σκύψει κανείς, ἂν ἤθελε πραγματικὰ νὰ ἐνωτισθεῖ τὴ γυναικεία φωνή, δηλαδὴ στὰ λαμπερὰ δείγματα μιᾶς τέτοιας ἔξοχης προφορικῆς ποίησης ποὺ ὅσοι γράφουμε σήμερα θὰ ἔπρεπε τίμια νὰ ὁμολογήσουμε πόσο πολὺ κατὰ βάθος ζηλεύουμε τὴ δύναμη, τὴν εἰλικρίνεια, τὴν ποιότητα καὶ τὴν ἄνεσή της.

Ἀντιγράφουμε ἀπὸ τὴ σελίδα 86 τοῦ βιβλίου τῆς Ἱστορίας τῆς ΣΤ´ Δημοτικοῦ: «Ἀνάμεσα στοὺς λογοτέχνες τοῦ 19ου αἰώνα ξεχωρίζει ὁ Διονύσιος Σολωμός, ὁ Κωστὴς Παλαμᾶς, ὁ Γεώργιος Βιζυηνός, ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ἡ Ἐλισάβετ Μαρτινέγγου, ἡ Καλιρρόη Παρρέν.»

Δὲν θὰ σταθοῦμε στὴν ἀδόκιμη γλωσσικὰ ἔλξη τοῦ ὐποκειμένου (ξεχωρίζει …ὁ, …ὁ, …ὁ) οὔτε στὴν ἀνιστόρητη ἔνταξη τοῦ συνόλου τῶν δημιουργῶν ἀποκλειστικὰ στὸν 19ο αἰώνα (ἡ Μαρτινέγγου πεθαίνει το 1832 και ἡ Παρρὲν τὸ 1940), θὰ ἐπισημάνουμε κυρίως τὴν προσβολὴ ποὺ διαπράττεται εἰς βάρος ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν, μέσῳ μιᾶς βίαια ἰσότιμης ἐκπροσώπησής τους, ποὺ ὑπακούει στὶς μεταμοντέρνες ἐπιταγὲς τῆς ποσόστωσης.

Δὲν διεκδίκησε ἡ Ἐλισάβετ Μαρτινέγγου στὴ χαμηλόφωνη αὐτοβιογραφία της συγγρφικὲς δάφνες ὁμόλογες με ἐκεῖνες τοῦ Σολωμοῦ ἢ τοῦ Παπαδιαμάντη. Οὔτε ἡ Καλιρρόη Παρρὲν διανοήθηκε ὅτι ὁ ἀγώνας της γιὰ τὴν παροχὴ δικαιώματος ψήφου στὶς γυναῖκες θὰ τῆς ἐξασφάλιζε μιὰ τόσο ὲπίζηλη θέση στὴν ἱστορία τῆς νέας ἑλληνικῆς λογοτεχνίας.

Θα περίμεναν ἄραγε ποτὲ οἱ δύο ἄξιες αὐτὲς γυναῖκες ὅτι θὰ ἐκτόπιζαν τὸν Ἀνδρέα Κάλβο; Ὅτι θὰ τοὺς παραχωροῦσαν «θέση» ἱστορικὴ ἀνἀλογη αὐτῆς ποὺ παρέχεται ἀπὸ ὄργανα κομματικὰ σὲ γυναῖκες ποὺ δὲν ἔχουν «πιάσει» σὲ ψηφοφορίες «τὴ βάση» καὶ κάποιες μάλιστα τὴν ἀποδέχονται τὴ θέση αὐτή, ἀντὶ μὲ ἀξιοπρέπεια —γυναικεία ἢ ἀνδρικὴ (ἀνθρώπινη ὁπωσδήποτε)— νὰ τὴν ἀρνηθοῦν, ἀντὶ νὰ δηλώσουν μὲ περηφάνεια ὅτι ἡ ποσόστωση εἶναι σὲ τελευταία ἐλεημοσύνη ποὺ χαρίζεται στὸν ἄξιο οἰκτιρμοῦ ἀσθενέστερο;

Γιατί, λοιπόν, οἱ συγγραφεῖς τοῦ ἐγχειριδίου προσβάλλουν ἐκτὸς ἀπὸ τὴ νοημοσύνη μας καὶ τὶς γυναῖκες αὐτές, προκαλώντας στὴν καλύτερη περίπτωση θυμηδία στοὺς ἐνήλικες ἀναγνῶστες τοῦ βιβλίου καὶ, κυρίως, γιατί δὲν λένε τὴν ἀλήθεια στὰ παιδιὰ ποὺ εἶναι ἀποδέκτες του;

Γιατὶ τὰ διαπαιδαγωγοῦν σὲ πνεῦμα μιᾶς νόθας «ἰσοτιμίας» τῶν φύλων, ποὺ ἐπιβάλλεται ἄνωθεν μὲ πονηριὲς καὶ ποσοστώσεις καὶ ἐπιχειρεῖ στὸ ὄνομα μιᾶς ὑποτιθέμενης προοδευτικῆς ἀντίληψης πλαστὴ ἀναβίωση τοῦ παρελθόντος; Δὲν θὰ μποροῦσαν ἀντὶ νὰ ἐπινοοῦν λίστες μὲ ἐμβόλιμα γυναικεῖα ὀνόματα, τὰ ὁποῖα γιὰ τὰ παιδιὰ δὲν σημαίνουν ἀπολύτως τίποτα, νὰ παραθέτουν δείγματα μιᾶς γλώσσας ποὺ πραγματικὰ σημαίνει, καθὼς ἐπιβάλλεται μὲ τὴ δύναμη τῆς ποιότητᾶς της, ὅπως τὸ πασίγνωστο αὐτό, ποὺ ἐνδεικτικὰ μπορεῖ νὰ βρεῖ κανεὶς ἀνάμεσα σὲ πλεῖστα:

Ψυχὴ μεγάλη καὶ γλυκειά, μετὰ χαρᾶς σ᾿ τὸ λέω:

Θαυμάζω τὲς γυναῖκες μας καὶ στ᾿ ὄνομά τους μνέω. 

Γιατί δὲν τὸ κάνουν; Μήπως ἐπειδὴ οἱ ἐπιταγὲς μιᾶς πολιτικῶς ὀρθῆς ἱστοριογραφίας ἀποστρέφονται, σὲ τελευταία ἀνάλυση, τὶς λογοτεχνικές, ἱστορικές, αἰσθητικὲς ἢ γλωσσικὲς ποιότητες; Μήπως ἐπειδὴ ὑπακούουν σὲ μιὰ μεταμοντέρνα ἐπιταγή, ἠ ὁποία στὸν χῶρο τῆς λογοτεχνίας, ἐπιχειρεῖ τὰ τελευταῖα χρόνια νὰ ἀνατρέψει δῆθεν τὸν λογοτεχνικὸ κανόνα, στὴν πραγματικότητα ὅμως νὰ ἰσοπεδώσει ἀκριβῶς τὶς ἀξίες τὶς ὁποῖες ἀνέδειξε, ὄχι καμιὰ ἄνωθεν ἐξουσία, ἀλλὰ ὁ μέγιστος τῶν ἱστορικῶν, ὁ Χρόνος;

Σχετικές καταχωρήσεις