by Αλέξανδρος Καψοκαβάδης

Μοιραστείτε

by Αλέξανδρος Καψοκαβάδης

Μοιραστείτε

της Dr Diana Touliatos-Miles

Αν και οι περισσότεροι μελουργοί του Μεσαίωνα ήταν άνδρες, δεν ήταν ανήκουστο ούτε ασυνήθιστο να υπάρχουν και γυναίκες συνθέτριες την ίδια εποχή, στη Δύση ή στο Βυζάντιο. Στην πραγματικότητα, η ύπαρξη Ελληνίδων συνθετριών και μουσουργών τεκμηριώνεται από την Αρχαία Ελλάδα. Ένα πρότυπο τέτοιο παράδειγμα γυναικών ψαλτριών από την αρχαιότητα έχουμε στο Μαντείο των Δελφών. Ο θεός Απόλλων μιλούσε διά στόματος της μάντιδας Πυθίας, η οποία έψαλλε σε ήχους που θύμιζαν εξάμετρο.

 

Από τον 2ο και τον 1ο αιώνα γνωρίζουμε, από γραπτές μαρτυρίες, την ύπαρξη σεβαστών γυναικών μελουργών, οι οποίες έδιναν παραστάσεις στους Δελφούς· όπως η κόρη του Αριστοκράτη από την Κύμη και η Πολυμνότα, κόρη του Σωκράτη του Θηβαίου.

 

Από την άλλη μεριά και σε αντίθεση με τις σεβάσμιες αυτές γυναίκες, υπήρχαν οι εταίρες, των οποίων αρμοδιότητα ήταν η μουσική των συμποσίων από την αρχαιότητα ώς το πρώιμο Βυζάντιο, οπότε και άρχισε η σταδιακή αντικατάστασή τους από άνδρες μουσικούς. Η αντικατάσταση αυτή ήταν σαφώς υπαγορευμένη από την Εκκλησία, η οποία σε αυτό το θέμα ήταν κατηγορηματική. Κατά τον Απόστολο Παύλο, στην Α΄ προς Κορινθίους Επιστολή 14:34-35, απαγορεύεται στις γυναίκες οποιασδήποτε ηλικίας η συμμετοχή σε λειτουργικά άσματα της Εκκλησίας.

 

Ωστόσο, γραπτές μαρτυρίες αποδεικνύουν το αντίθετο (κατά το διάστημα του 2ου ώς του 4ου αιώνα στη Σαμοσάτα, στη Συρία, στην Ιερουσαλήμ και στην Έδεσσα της Μεσοποταμίας). Kάτι που φαίνεται πως τελικά επεκτάθηκε και σε άλλες περιοχές του Βυζαντίου. Αν και ήταν δεδομένη η υπεροχή των ανδρών στην Εκκλησία, γνωρίζουμε την ύπαρξη γυναικών που υπηρετούσαν τους ναούς ως διακόνισσες και έψαλλαν διάφορους ψαλμούς, τουλάχιστον ώς τον 6ο αιώνα, οπότε αυξήθηκαν οι περιορισμοί της γυναίκας του Βυζαντίου. Από αυτή την παράδοση προέρχονται και τα λίγα ονόματα Βυζαντινών γυναικών μελουργών που έχουν διασωθεί σε διάφορα κείμενα.

 

Ο εντοπισμός των μελουργών αυτών είναι αρκετά δύσκολος, καθώς μάλιστα είναι πολύ λιγότερες αριθμητικά από τις γυναίκες μελουργούς του δυτικού Μεσαίωνα. Στην κοσμική βυζαντινή μουσική, της οποίας μικρό μόνο μέρος έχει διασωθεί, δεν βρίσκουμε ούτε ένα γυναικείο όνομα. Αναμφίβολα θα υπήρχαν, ήταν όμως αποβλητέες από την Εκκλησία. Η ύπαρξή τους είναι εμμέσως γνωστή από τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο που χαρακτηρίζει τα τραγούδια τους «άσματα πορνικά». Έτσι, τα λίγα γυναικεία ονόματα που έχουν διασωθεί είναι αποκλειστικά συνδεδεμένα με την εκκλησιαστική μουσική.

 

Οι γυναίκες αυτές ήταν μορφωμένες, ανήκαν στην υψηλή ως επί το πλείστον κοινωνία και, με μία μόνον εξαίρεση, ήταν όλες μοναχές. Τα ονόματά τους είναι γνωστά από τις λειτουργικές συνθέσεις που έκαναν για τα μοναστήρια τους: Μάρθα (η μητέρα του Αγίου Συμεών του Στυλίτη), Θεοδοσία, Θέκλα, Κασσία (Κασσιανή), Κουβουκλίσηνα, Παλαιολογίνα και η κόρη του Ιωάννου Κλαδά, για την οποία οι πληροφορίες είναι περιορισμένες. Πρέπει να σημειωθεί ότι μόνο η μουσική της Κασσίας και της κόρης του Κλαδά έχουν διασωθεί σε χειρόγραφα, ενώ των υπολοίπων, απλώς, τα τελετουργικά ποιήματα.

 

Για τη Μάρθα, τη μητέρα του Αγίου Συμεών του Στυλίτη, γνωρίζουμε ελάχιστα πλην του ότι ήταν ηγουμένη μονής στο Άργος τον 9ο αιώνα και μελοποιούσε τους ύμνους της για να ψάλλονται εκεί.

Η Θεοδοσία ήταν θεοσεβής ηγουμένη στα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης, επίσης τον 9ο αιώνα. Η ίδια έχει γράψει κανόνες για τον όρθρο.

Μια άλλη ευλαβική ηγουμένη στα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης είναι η Θέκλα, του 9ου αιώνα επίσης, την οποίαν έχουν περιγράψει ως γυναίκα με αυτοπεποίθηση. Ο μόνος ύμνος της Θέκλας που έχει διασωθεί είναι ένας εγκωμιαστικός κανόνας της Θεοτόκου που αποτελεί και τον μοναδικό σωζόμενο ύμνο της Θεοτόκου γραμμένο από γυναίκα. Σημαντικό στοιχείο στον κανόνα της Θέκλας είναι ότι η Θεοτόκος έχει απελευθερώσει τη γυναίκα από την ένοχη Εύα και ότι, χάριν της Θεοτόκου, η γυναίκα έχει λάβει σεβασμό.

Οι υμνογράφοι αυτές έχουν επισκιαστεί από τη φήμη της σύγχρονής τους συνθέτριας, Κασσίας ή Κασσιανής, που αποτελεί την πλέον επιφανή γυναίκα μελουργό στην Ιστορία της βυζαντινής μουσικής. Αν και στη σημερινή εποχή την γνωρίζουμε με το όνομα Κασσιανή, στα βυζαντινά χειρόγραφα το όνομά της παρουσιάζεται ως Κασσία, Εικασία ή Ικασία. Έχοντας ιδιαίτερο ταλέντο στη σύνθεση μουσικής, αλλά και στίχων (περισσότερων από πενήντα εκκλησιαστικών και διακοσίων εξήντα έναν κοσμικών), η Κασσία, γεννημένη περίπου το 810, είναι η παλαιότερη γυναίκα μελουργός με διασωζόμενη μουσική.

[…]

Μια μεταγενέστερη μελουργός είναι η Κουβουκλίσηνα (13ος αιώνας) που ταυτίζεται και σε μουσικό χειρόγραφο της Μονής Μεγίστης Λαύρας, όπου αναφέρεται και ως «δομεστικήνα» (ψάλτης και επικεφαλής χορωδίας). Η αναγνώριση αυτή στο χειρόγραφο, και μάλιστα από γραφέα ανδρικής μονής, αποδεικνύει το μέγεθος του μουσικού ταλέντου της. Αν και στο χειρόγραφο δεν επιβεβαιώνεται αν ήταν συνθέτρια, γνωρίζουμε ωστόσο ότι οι δομέστικοι ήταν στην πλειονότητά τους μελουργοί.

Μια ακόμη Βυζαντινή μελουργός, της οποίας όμως μόνο μία σύνθεση διασώζεται (μνημόσυνος ύμνος, πιθανόν για τον πατέρα της) αναγνωρίζεται σε χειρόγραφο της Εθνικής Βιβλιοθήκης με μόνο το πατρώνυμο, ως θυγατέρα του Ιωάννου Κλαδά του λαμπαδάριου (της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη).

Τελικά, στον 15ο αιώνα πρέπει, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, να εντάξουμε μια άλλη μελουργό, γνωστή ως Παλαιολογίνα. Πρόκειται για υψηλής μορφώσεως και αριστοκρατικής γενεαλογίας γυναίκα, προερχόμενη από την αυτοκρατορική οικογένεια των Παλαιολόγων που βασίλεψαν από το 1259 ώς το 1453. Φέρεται ως μοναχή σε κάποια από τις μονές της Πόλης και είναι γνωστή από τις μελοποιήσεις κανόνων. 

 

Ο ρόλος και η συμμετοχή στη μουσική από τη Βυζαντινή γυναίκα ήταν περιορισμένοι. Μια βυζαντινή φράση για τις γυναίκες ήταν: «Ισμήν δε παντός κεφαλήν της γυναικός τον άνδρα». Δηλαδή, η γυναίκα πρέπει να είναι πάντοτε υποτελής. Ωστόσο, ορισμένες γυναίκες μελουργοί έχουν διασωθεί «σε ονόματα και σε έργα».

Σχετικές καταχωρήσεις

  • Του Κορνήλιου Διαμαντόπουλου Μια χρονική στιγμή χιλιάδων χρόνων, λίγο πριν από τον Όμηρο, λίγο μετά την προπατορική πελασγική μήτρα, αρχίζουν τα θαύματα και μεταμορφώνονται οι Προελληνίδες σε Ελληνίδες, οι ομαδικές συναρθρώσεις σε προσωπικές συνθέσεις, οι […]

  • Της Έφης Αγραφιώτη Ηχεί παράξενα, αλλά στην εποχή των μεγάλων αγώνων του 1821, στη Ζάκυνθο μεγάλωνε η πρώτη συνθέτρια του τόπου μας, η μαθήτρια του Νικολάου Μάντζαρου, η Σωσσάνη Νεράντζη, μετέπειτα Κλάδου, που έζησε μέχρι […]

  • του Πέτρου Ταμπούρη   Η μουσικοχορευτική παιδεία τους αναπτυσσόταν και μέσα στο πλαίσιο των θρησκευτικών καθηκόντων τους. Φυσικά, οι γυναίκες δεν ακολουθούσαν δημόσια καριέρα. Τα μόνα επαγγέλματα που μπορούσαν να εξασκήσουν -εκτός από την πορνεία- […]